Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Όχι για πρώτη αλλά για τελευταία φορά



Είμαι αρκετά μεγάλος για να κοροϊδεύω τον εαυτό μου. Σκέφτηκα αρκετά αν πρέπει να πω όσα σκέφτομαι. Όσα με βασανίζουν εδώ και καιρό. Δεν θέλω να βγω «αληθινός». Δεν υπάρχει έτσι κι αλλιώς  μια αλήθεια. Δεν θέλω να πω αργότερα πως εγώ σας τα έλεγα. Ή σιωπή όμως είναι συνενοχή.
Οι περισσότεροι στη ζωή κάνουν ένα μεγάλο λάθος. Όταν μιλάνε πέρα από το ότι είναι πεισμένοι πως αυτό που λένε είναι η μόνη αλήθεια, μιλάνε και σαν να εκπροσωπούν και τις πλατιές μάζες. Εγώ δεν εκπροσωπώ κανένα και δεν περιμένω από κανένα να ταυτιστεί μαζί μου. Δεν θέλω να μετρήσω συμπάθειες. Απλά τις σκέψεις μου μοιράζομαι μαζί σου. Αν θες τις διαβάζεις.
Εδώ και τρία χρόνια που έμεινα άνεργος μια σκέψη περνά από το μυαλό μου. Άλλοτε σιγανά κι άλλοτε κοντεύει να μου τρυπήσει το κρανίο. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Αυτή είναι η μόνη μου επιθυμία. Μεγαλύτερη κι από εκείνη του να βρω δουλειά. Ήταν και το μόνο που μου έδινε κουράγιο. Γιατί έλεγα μέσα μου κοντεύει η ώρα που θα λογοδοτήσουν όσοι μας κατέστρεψαν. Γιατί θα υπάρξει δικαιοσύνη κι ελπίδα για ζωή. Δεν λέω για καλύτερη ζωή, γιατί αυτό που βιώνουμε σήμερα δεν είναι καν ζωή. Απλώς επιβιώνουμε. Η ελπίδα γεννήθηκε μαζί με την ελπίδα για μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Που θα έχει σαν όχημα τον Σύριζα. Κι επιβάτες τα μέλη του. Τον απλό κόσμο. Ένα κόμμα μελών που θα πάρει την εξουσία και θα φέρει την δικαιοσύνη. Απλά πράγματα. Και φαινόταν τόσο αληθινό. Και ο κόσμος ήλπισε ξανά. Και υπήρχε ενθουσιασμός. Κόσμος συστρατεύονταν και συμμετείχε άλλος για πρώτη φορά κι άλλος ξανά μετά από χρόνια σε συνελεύσεις, σε συζητήσεις σε εκδηλώσεις. Συμμετείχα κι εγώ με ενθουσιασμό. Φανταζόμουν διαδικασίες ανοιχτές, δίχως μηχανισμούς, δίχως προκαταλήψεις. Διαδικασίες αμεσοδημοκρατικές κι όχι δια αντιπροσώπων.
Το πρώτο καμπανάκι ακούστηκε στο συνέδριο. Δοσοληψίες στα υπόγεια μεταξύ συνιστωσών, ομιλητές προαποφασισμένοι κι όχι με κλήρωση κι ας υπήρχε κληρωτίδα και το κυριότερο κανένας σεβασμός στους συνέδρους.
Το δεύτερο καμπανάκι το άκουσα στις συνελεύσεις της οργάνωσης. Ανούσιες ομιλίες, δίχως ειρμό και πολιτική σκέψη. Μόνο καυγάδες για το πάπλωμα. Ποιος θα ελέγχει την γραμματεία. Κανένας σχεδιασμός, καμιά πολιτική δράση.
Το τρίτο καμπανάκι είχε πλέον το μέγεθος καμπάνας και κόντεψε να με αφήσει κουφό. Κι ας έκανα πάλι πως δεν κατάλαβα. Ήταν οι εκλογές. Αυτοδιοικητικές  και Ευρωεκλογές. Πακέτο οι υποψήφιοι για τις περιφέρειες στην Κ.Ε. Μα ποιοι είμασταν εμείς που θέλαμε να αποφασίσουμε για τον υποψήφιο της περιφέρειας μας. Το κόμμα πάντα ξέρει καλύτερα. Κι όταν λέμε κόμμα εννοούμε την ηγετική ομάδα. Αυτή που επέβαλε ουσιαστικά όλους τους υποψήφιους. Όπως έγινε και με τους υποψήφιους ευρωβουλευτές. Στην οργάνωση μου δημιουργήθηκε μια δημοτική παράταξη, που θα στηριζόταν κι από τον Σύριζα. Στην πορεία καταργήθηκε και ψήφησαν τα μέλη του κόμματος για τον υποψήφιο δήμαρχο. Σκηνές απείρου κάλλους με ατελείωτες συνεδριάσεις, καυγάδες, αποχωρήσεις και συμβιβασμούς. Ήταν και η πρώτη φορά που έβλεπα συντρόφους να αριστεύουν στις δημόσιες σχέσεις και δεν πίστευα στα μάτια μου.
Και φτάνουμε στο σήμερα. Η κυβέρνηση της Αριστεράς έγινε κυβέρνηση σωτηρίας. Η κατάργηση του μνημονίου έγινε καμία μονομερής ενέργεια από μέρους μας. Και πολλά ακόμη. Κι εγώ περιμένω ακόμη ένα σύνθημα μόνο. Ένα στόχο. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Περιμένω πως κάτι θα συμβεί και θα βγούμε στον κόσμο μόνο με μια υπόσχεση. Πως αυτοί που μας κατέστρεψαν θα μπουν φυλακή. Και πως όλα θα αλλάξουν. Μα ποιος? Ποιος θα τα κάνει όλα αυτά? Αυτοί που συναντιούνται κρυφά με τον Μελισανίδη? Αυτοί που συμφωνούν να δοθούν τα χρήματα για τα γήπεδα της ΑΕΚ και του ΠΑΟ? Αυτοί που στέκονται μπροστά στα εικονίσματα του Αγίου Όρους για 10 λεπτά μόνοι τους? Αυτοί που ξαφνικά ως διευθυντές του πολιτικού γραφείου του αρχηγού κινούν τα νήματα από το παρασκήνιο? Αυτοί που δεν μας είπαν τι θα γίνει με τα διόδια? Τι θα γίνει με την Αττική Οδό?  Ή οι άλλοι που παριστάνουν την «αριστερή» πλατφόρμα μέσα στο κόμμα. Αυτοί που μόνο τους μέλημα είναι να εκλέξουν όσο το δυνατόν περισσότερα στελέχη τους σε θέσεις κομματικές, συνδικαλιστικές, αυτοδιοικητικές. Αυτοί που δεν θέλουν καν να κυβερνήσουν, παρά να είναι μια τίμια αμόλυντη αντιπολίτευση.
Δεν ξέρω αν υπάρχει ελπίδα αλλά όπως λέγανε και στον Μάη του 68 δεν υπάρχει ελπίδα παρά μόνο από αυτούς που δεν έχουν καμιά ελπίδα. Κι όλοι αυτοί που διαμορφώνουν σήμερα την πολιτική του σύριζα έχουν μόνο ένα στόχο. Την εξουσία. Και γύρω τους έχουν φανατικούς υποστηριχτές. Είτε από συμφέρον είτε από ένα κομματικό πατριωτισμό που οδηγεί σε ενέργειες χουλιγκανικού τύπου. Όχι αδερφέ εγώ δεν έχω θέση σε τούτο το πανηγύρι. Δεν με αφορά. Δεν με αγγίζει.
Αυτά είχα να σου πω. Και δεν σε ξανά ζαλίζω.

01/11/2014
Θ.Τ.   tselepis70@gmail.com

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

«Αυτά συμβαίνουν μόνο στο σινεμά»

Η ταινία «Deux jours, une nuit» δηλαδή «Δυο ημέρες μια νύχτα» είναι μια ταινία των αδερφών Dardenne. Διπλά βραβευμένοι με Χρυσό Φοίνικα (Rosetta το 1999 και L’Enfant το 2005). Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε 3 μέρες. Όσες έχει στη διάθεση της  η Marion Cotillard για να πείσει τους συναδέλφους της να μην χάσει τη δουλειά της. Το δίλλημα είναι απλό και μπήκε από το αφεντικό της. Η δουλειά μπορεί να βγει με 16 άτομα οπότε η Marion Cotillard περισσεύει ως 17η. Όμως, της δίνει ακόμη μια ευκαιρία να επιστρέψει στη δουλειά της- μετά από αναρρωτική άδεια λόγω θεραπείας της για κατάθλιψη- αρκεί να μην πάρουν οι συνάδελφοι της 1000 ευρώ ο καθένας ως πριμ. Η κατάσταση της οικονομίας δεν επιτρέπει ανοίγματα για την εταιρία, οπότε κάτι πρέπει να θυσιάσουν οι εργαζόμενοι. Το πριμ ή τη συνάδελφο τους. Κι όλα αυτά μέσα από μια μυστική ψηφοφορία. Απλές και καθαρές λύσεις δηλαδή. Έτσι παλεύοντας με την ανασφάλεια και την αδυναμία της να μην λυγίσει, προσπαθεί σε δυο μέρες και μια νύχτα, να συναντήσει τους συναδέλφους της και να τους πείσει να ψηφήσουν υπέρ της. Τους λέει πως έχει ανάγκη την δουλειά, πως θέλει να είναι μαζί τους κι όχι μόνη της με το επίδομα ανεργίας. Και βέβαια οι αντιδράσεις των συναδέλφων της ποικίλουν. Όπως ποικίλουν και οι ανάγκες του καθενός. Άλλοι θέλουν το πριμ για να προεκτείνουν το σπίτι τους κι άλλοι γιατί τα βγάζουν πέρα δύσκολα.
Κι εδώ βέβαια η ταινία σταματά να γίνεται πιστευτή. Γιατί αυτά συμβαίνουν μόνο στο σινεμά και γιατί τουλάχιστον εδώ στην Ελλάδα της κρίσης το συναίσθημα της αλληλεγγύης είναι τόσο ανεπτυγμένο που δεν θα υπήρχε καν δίλλημα. Οι εργαζόμενοι θα πραγματοποιούσαν μια συνάντηση με την εργοδοσία, θα την προειδοποιούσαν πως το δίλλημα είναι εκβιαστικό και δεν γίνεται αποδεκτό. Θα απαιτούσαν την πλήρη καταβολή του πριμ και την συνέχιση της εργασίας της συναδέλφου τους. Πιθανών θα το τραβούσαν και στα άκρα με κάποια απεργία, έχοντας στο πλευρό τους αλληλέγγυους συνδικαλιστικούς φορείς και οργανώσεις.  Οι σκηνοθέτες όμως είναι Βέλγοι. Και στη Δυτική Ευρώπη που δε γνωρίζουν καν τη λέξη «φιλότιμο», είναι συνηθισμένοι στην ανθρωποφαγία και τον κοινωνικό αυτοματισμό.
Φυσικά και αστειεύομαι. Τα παραδείγματα είναι τόσα πολλά που δεν προκαλεί καμία έκπληξη το θέμα της ταινίας. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια η κρίση έκανε πάρα πολλούς πιο εγωιστές, πιο ατομικιστές και πιο βολεψάκηδες. Το πρόβλημα προϋπήρχε αλλά η κρίση ξεσκέπασε πολλές συμπεριφορές. Άδικα προσμέναν κάποιοι η κρίση να αναπτύξει το συναίσθημα της αλληλεγγύης. Η αλληλεγγύη δεν είναι κάτι που έρχεται ως φώτιση του αγίου πνεύματος. Η δράση των εργαζομένων και των φορέων τους παραμένει παλιά, αναποτελεσματική και ξεπερασμένη.
Η ταινία δεν είναι κάποιο αριστούργημα παρά την σπουδαία ερμηνεία της πανέμορφης Marion Cotillard. Είναι όμως σπουδαία γιατί βάζει τον κάθε  θεατή όχι στη θέση της πρωταγωνίστριας που χάνει τη δουλειά της, αλλά στη θέση του κάθε συναδέλφου της που έχει να επιλέξει. Καινούρια πλακάκια στο μπάνιο ή μια θέση εργασίας ακόμη. Θέρμανση και δίδακτρα για το παιδί, ή επιστροφή της συναδέλφου στην δουλειά.
Ίσως αν η ταινία ήταν Αμερικάνικη το τέλος να ήταν ένα ακόμη Happy End και να μη χρειαζόταν να προβληματιστούμε. Όμως αυτά συμβαίνουν μόνο στο σινεμά. Έτσι δεν είναι συνάδελφοι και συναδέλφισες?

Θ.Τ. 28/10/2010

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Sur




Τόσο έντονα πολιτική και συνάμα ερωτική. Την έψαχνα χρόνια να τη βρω. Τα κατάφερα σήμερα. Από μια παλιά βιντεοκασέτα εγγραφή σε dvd. Σκοτεινή με κακό ήχο αλλά άξιζε τον κόπο και τα λεφτά της.
Πρώτη φορά την είδα στο «Μακεδονικό»  παρέα με μια φίλη. Φύγαμε στο διάλλειμα. Άρχισαν να δακρύζουν τα μάτια μου (λόγω δουλειάς) ο κόσμος πίστευε πως κάτι συνέβη κι αναγκαστήκαμε να φύγουμε στα μισά. Πήγα μόνος μου την επόμενη μέρα και την είδα μέχρι το τέλος. Την ξαναείδα στην τηλεόραση πριν λίγα χρόνια. Στην ΕΡΤ φυσικά.
Για ένα πράγμα έχω ζηλέψει τον Τσίπρα. Που στην επίσκεψη του στην Αργεντινή συναντήθηκε με τον Fernando E. Solanas. Σπουδαίος σκηνοθέτης.
Εδώ και χρόνια προσπαθώ ν αποφασίσω αν ο «Νότος» ή «Τα φτερά του έρωτα» του Βέντερς είναι η πιο αγαπημένη μου ταινία. Σήμερα αποφάσισα πως είναι ο «Νότος». Μάλλον μέχρι να ξαναδώ την  τόσο πρόωρα χαμένη Solveig Dommartin να αιωρείται σαν άγγελος.
Ο Νότος. Sur. Η ιστορία είναι απλή. Η δικτατορία στην Αργεντινή μόλις έχει τελειώσει. Ένα πολιτικός κρατούμενος βγαίνει μετά από 5 χρόνια από τη φυλακή και γυρίζει με τα πόδια στην παλιά του γειτονιά στην γυναίκα του και στο παιδί του.
Και τότε περνά από μπροστά μας ολόκληρη η ιστορία της Νότιας Αμερικής. Περνούν από μπροστά μας η φιλία, οι σχέσεις, ο έρωτας, η προδοσία, ο φασισμός.
Δρόμοι σκοτεινοί με τον αέρα να παρασέρνει προκηρύξεις, μια ομίχλη να σκεπάζει τους δρόμους και τα σπίτια και η μουσική του  Astor Piazzola με το γνωστό μπατονεόν να ντύνει τις εικόνες.
Ο νεκρός συνδικαλιστής που βαρέθηκε να είναι νεκρός γιατί δεν έχει κανένα ενδιαφέρον, το τραπέζι των ονείρων που οι άνθρωποι ονειρεύονταν μια άλλη Αργεντινή, ένα άλλο τρόπο ανάπτυξης και δημοκρατίας. Ο γέρος τραγουδιστής που ερωτεύεται τη λάθος γυναίκα, ο συνδικαλιστής πατέρας που έμεινε μια ζωή στην ψάθα αρνούμενος να συμβιβαστεί. Οι διώξεις οι εκπαραθυρώσεις, οι δολοφονίες, τα βασανιστήρια. Όλα περνούν μπροστά στα μάτια του Φλοράλ του πρωταγωνιστή και μαζί κι εμείς παρακολουθούμε σαν φαντάσματα στο σκοτάδι την επιστροφή του στο σπίτι.
Ο νεκρός φίλος του λέει όσα έχασε κατά τη διάρκεια της φυλάκισης του. Για τον έρωτα που κινεί τα πάντα. Για τον εγωισμό που δηλητηριάζει κάθε σχέση. Η νύχτα μοιάζει ατέλειωτη. Η δημοκρατία επιστρέφει και ένα βυτίο ξεφορτώνει σκατά όλη τη νύχτα. Γέμισε ο τόπος σκατά και κάποιος πρέπει να καθαρίσει.
Ο γέρος οραματιστής μιας άλλης ζωής που δίνει τις πιο όμορφες απαντήσεις. Για τη ζωή στην γυναίκα του Φλοράλ : «Ο πόθος είναι αυτός που μας κινεί, η πιο αγνή ορμή. Τι μπορεί να είναι πιο σπουδαίο από τον πόθο να είσαι, να ξέρεις, να κάνεις. Από τον πόθο να δίνεις, ν αγαπάς. Καμία ενοχή για τον πόθο. Πρέπει να επιτρέψουμε στον εαυτό μας ν αγαπά. Ο έρωτας σε κάνει να ανθίζεις ακόμα και στον πόνο».
Ο ίδιος δίνει και την πιο όμορφη απάντηση μπροστά στους φασίστες που τον ρωτούν πως θα πραγματοποιήσουν όσα έχουν σχεδιάσει για μια άλλη οικονομία, μια άλλη δημοκρατία, μια καινούργια ζωή. Το σχέδιο τους για το Νότο. Με τι πόρους.  Κι εκείνος απαντά με απλότητα και σαφήνεια: «Ο πόθος, ο πόθος του λαού. Μην εγκαταλείπεις ποτέ. Να επιμένεις στον πόθο.» Κι όταν οι φασίστες δεν καταλαβαίνουν για πιο πράγμα μιλάει τους λέει πολύ απλά πως πρόκειται για «την παλιά λαχτάρα. Το όνειρο των ονείρων.»
Γι’ αυτό είναι σπουδαία ταινία. Και γι’ αυτό τόσο επίκαιρη.
«Γυρίζω στο Νότο, σαν κάποιος που πάντα γυρίζει στην αγάπη του. Γυρίζω σε σένα με τον πόθο και τους  φόβους μου. Κουβαλάω το Νότο, σα μοίρα  μέσα στην καρδιά μου. Είμαι από το Νότο, σαν την πνοή του ακορντεόν.» ακούγεται στο τέλος η φωνή του Roberto Goyeneche.

tselepis70@gmail.com